23 Ιανουαρίου 2012

Έχω έλλειψη ενζύμου G6PD. Μπορώ να αιμοδοτώ?

Σύμφωνα με τις νεότερες κατευθηντήριες οδηγίες ένας εθελοντής αιμοδότης, που έχει πλήρη έλλειψη ενζύμου G6PD δεν αποκλείεται πλέον από την εθελοντική αιμοδοσία Παρόλα αυτά δεν υπάρχει απόλυτη συμφωνία όμως στα περισσότερα νοσοκομεία όταν υπάρχει έλλειψη του ενζύμου μπορείς να αιμοδοτείς.

Τι είναι όμως το G6PD? (glucose-6-phosphate)
Είναι ένα ένζυμο που βρίσκεται μέσα στα ερυθρά μας κύτταρα. Με απλά λόγια, η έλλειψή του καθιστά τα κύτταρα κάπως πιο ευπαθή, αλλά μόνο εάν το άτομο πάρει καποια συγκεκριμένα φάρμακα ή έρθει σε επαφή με ναφθαλίνη ή φάει συγκεκριμένες τροφές όπως τα κουκιά. Τότε τα ερυθρά κύτταρα καταστρέφονται πρώιμα (αιμόλυση) και μπορούν να προκύψουν διάφορα συμπτώματα. Επειδή όλα τα παιδιά, από το 1974 και πέρα, στη χώρα μας όταν γεννηθούν ελέγχονται για αυτην την έλλειψη, μεγαλώνοντας, το γνωρίζουν και αποφεύγουν αυτά τα φάρμακα και τις τροφές. Στην Ελλάδα, είναι αρκετά συχνή, φτάνει περίπου το 3% του πληθυσμού και ακόμη περισσότερο σε συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές.

Πως σχετίζεται η έλλειψη ενζύμου με την αιμοδοσία?
Επειδή έχουν παρατηρηθεί κάποια προβλήματα στα μεταγγιζόμενα κύτταρα που έχουν έλλειψη αυτού του ενζύμου, ειδικά αν δοθούν σε νεογνά, παλαιότερα προτιμούνταν οι εθελοντές με πλήρη έλλειψη ενζύμου να μη δίνουν αίμα. Πλέον αυτό δεν ισχύει, απλά ο αιμοδότης το δηλώνει στο ιστορικό που συμπληρώνει πριν την αιμοδοσία. Αν έχετε γεννηθεί πριν το 1974 και δεν γνωρίζετε αν έχετε έλλειψη G6PD, μπορείτε να συμβουλευτείτε το γιατρό σας και να το ελέγξετε (είναι μια ειδική εξέταση αίματος που γίνεται στα νοσοκομεία).

Γιατί μέχρι τώρα δεν μπορούσα να δίνω και τώρα μπορω?
Είναι συχνό κάποιες οδηγίες να αλλάζουν και δεν πρεπει να σας παραξενεύει.
Η αιμοδοσία είναι μια ιατρική ειδικότητα που εξελίσσεται όλο και περισσότερο προς την κατεύθυνση της ασφάλειας του δότη και του λήπτη και μελετούνται εξονυχιστικά όλες οι λεπτομέρειες.


Βιβλιογραφία
http://hsbt.gr/site/wp-content/uploads/2016/05/odigies_aimodoton.pdf σελ 23

http://www.ncbi.nlm.nih.gov/pmc/articles/PMC2847342/